Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

πυροφόρος = πυρ + φέρω

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

πυροφόρος αρσενικό: Αυτός που φέρνει πυρ, δηλαδή φωτιά. Ο πυροφόρος ή πυρφόρος που προπορεύονταν στις μάχες θεωρούνταν ιερό και απαραβίαστο πρόσωπο.

ΦράσειςΕπεξεργασία

  1. «ουδέ πυροφόρον περιγενέσθαι»
  2. «ουδέ πυρφόρος εσώθη» δηλαδή ολοσχερής καταστροφή
  3. «ουδέ πυροφόρον θείαν Δήμητρα»
  4. «ως μηδέ πυρφόρον λελείφθαι»
  5. «ως μηδέ πυρφόρον υπολελείφθαι»
«μηδὲ πυρφόρον τῷ ἐκείνων λόγῳ ἐκφυγόντα περιγενέσθαι». Ιστορίαι Ηροδότου 8.6.2

Άλλες μορφέςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία