Δείτε επίσης: ἐπιτατικός, επιτακτικός

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

επιτατικός < (διαχρονικό) ελληνιστική κοινή ἐπιτατικός < ἐπι- + τάσσω ή τάττω

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

επιτατικός

πτώση ενικός
ονομαστική επιτατικός επιτατική επιτατικό
γενική επιτατικού επιτατικής επιτατικού
αιτιατική επιτατικό επιτατική επιτατικό
κλητική επιτατικέ επιτατική επιτατικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική επιτατικοί επιτατικές επιτατικά
γενική επιτατικών επιτατικών επιτατικών
αιτιατική επιτατικούς επιτατικές επιτατικά
κλητική επιτατικοί επιτατικές επιτατικά
  1. αυτός που προκαλεί επίταση ή αναφέρεται σε αυτή
  2. (γραμματική) που ενισχύει τη σημασία της λέξης ή λέξη ενισχυμένη

ΣημειώσειςΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία