Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

δραπέτης < αρχαία ελληνική

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

δραπέτης αρσενικό, δραπέτις ή δραπέτισσα θηλυκό

  1. αυτός που καταφέρνει να φύγει από έναν κλειστό φρουρούμενο χώρο, μέσα στον οποίο είναι περιορισμένος· αυτός που καταφέρνει να δραπετεύσει, να αποδράσει από φυλακή, στρατόπεδο συγκέντρωσης
  2. (μεταφορικά) αυτός που καταφέρνει να ξεφύγει από ένα εχθρικό περιβάλλον

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία