Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο διαπρεπής η διαπρεπής το διαπρεπές
      γενική του διαπρεπούς της διαπρεπούς του διαπρεπούς
    αιτιατική τον διαπρεπή τη διαπρεπής το διαπρεπές
     κλητική διαπρεπή(ς) διαπρεπής διαπρεπές
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι διαπρεπείς οι διαπρεπείς τα διαπρεπή
      γενική των διαπρεπών των διαπρεπών των διαπρεπών
    αιτιατική τους διαπρεπείς τις διαπρεπείς τα διαπρεπή
     κλητική διαπρεπείς διαπρεπείς διαπρεπή
Κατηγορία όπως «συνεχής» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

διαπρεπής < αρχαία ελληνική διαπρεπής < διαπρέπω < πρέπω

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ði.a.prε.ˈpis/ και /ðʝa.prε.ˈpis/

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

διαπρεπής, -ής, -ές

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

ΑντώνυμαΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία