Άνοιγμα κυρίου μενού

Πίνακας περιεχομένων

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός
ονομαστική βεβιασμένος βεβιασμένη βεβιασμένο
γενική βεβιασμένου βεβιασμένης βεβιασμένου
αιτιατική βεβιασμένο βεβιασμένη βεβιασμένο
κλητική βεβιασμένε βεβιασμένη βεβιασμένο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική βεβιασμένοι βεβιασμένες βεβιασμένα
γενική βεβιασμένων βεβιασμένων βεβιασμένων
αιτιατική βεβιασμένους βεβιασμένες βεβιασμένα
κλητική βεβιασμένοι βεβιασμένες βεβιασμένα


  Ετυμολογία Επεξεργασία

βεβιασμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου του βιάζομαι

  ΜετοχήΕπεξεργασία

βεβιασμένος -η -ο

  1. που γίνεται με βιασύνη και υπό πίεση, επομένως χωρίς επαρκή σκέψη ή σχεδιασμό
    να αποφύγουμε οποιαδήποτε βεβιασμένη ενέργεια
  2. που γίνεται με προσπάθεια και όχι φυσικά και αυθόρμητα
    ένα βεβιασμένο χαμόγελο

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία