Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός
ονομαστική αβλαβής αβλαβής αβλαβές
γενική αβλαβούς αβλαβούς αβλαβούς
αιτιατική αβλαβή αβλαβή αβλαβές
κλητική αβλαβή(ς) αβλαβής αβλαβές
πτώση πληθυντικός
ονομαστική αβλαβείς αβλαβείς αβλαβή
γενική αβλαβών αβλαβών αβλαβών
αιτιατική αβλαβείς αβλαβείς αβλαβή
κλητική αβλαβείς αβλαβείς αβλαβή

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αβλαβής < αρχαία ελληνική ἀβλαβής

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /a.vlaˈvis/

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

αβλαβής, -ής, -ές

  1. που δεν έχει υποστεί βλάβη, ακέραιος, αλώβητος, άθικτος
    βγήκε από το κτίριο σώος και αβλαβής
  2. που δεν έχει δυνατότητα ή πρόθεση να προκαλέσει βλάβη
    η κατά λάθος κατάποση μιας τσίχλας γενικά θεωρείται αβλαβής για τον οργανισμό
  3. (νομικός όρος), (διεθνές δίκαιο) ναυσιπλοΐα μέσα από την αιγιαλίτιδα ζώνη, που πρέπει να είναι ασφαλής και ταχεία, χωρίς να διαταραχθεί η τάξη του παράκτιου κράτους, «αβλαβής διέλευση του αντιτορπιλικού»

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία