Άνοιγμα κυρίου μενού

Αγγλικά (en) Επεξεργασία

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

innocuous (en)

  1. ακίνδυνος
  2. ανώδυνος, άκακος, που δεν προκαλεί εντάσεις ούτε βλάβη σε κάποιον
    an innocuous subject of conversation - ένα ανώδυνο θέμα συζήτησης