Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός
ονομαστική αλώβητος αλώβητη αλώβητο
γενική αλώβητου αλώβητης αλώβητου
αιτιατική αλώβητο αλώβητη αλώβητο
κλητική αλώβητε αλώβητη αλώβητο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική αλώβητοι αλώβητες αλώβητα
γενική αλώβητων αλώβητων αλώβητων
αιτιατική αλώβητους αλώβητες αλώβητα
κλητική αλώβητοι αλώβητες αλώβητα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αλώβητος < ελληνιστική κοινή ἀλώβητος < α- + αρχαία ελληνική λωβάομαι / λωβῶμαι < λώβη

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

αλώβητος -η -ο

  • αυτός που δεν έχει πάθει φυσική ή ηθική ζημιά, ο ακέραιος, ο σώος, που δεν τραυματίστηκε

  ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

  ΑντώνυμαΕπεξεργασία

  Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία