Ελληνικά (el) Επεξεργασία

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η αβαρία οι αβαρίες
      γενική της αβαρίας των αβαριών
    αιτιατική την αβαρία τις αβαρίες
     κλητική αβαρία αβαρίες
Παράρτημα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αβαρία < ιταλική avaria (ζημία πλοίου) < αραβική عوارية (ʿawāriyya) < عوار (ʿawār) < عور (ʿawira: χάνω το ένα μάτι, γίνομαι μονόφθαλμος) < ρίζα ع و ر ‎(ʿ-w-r)

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

αβαρία θηλυκό

  1. (μεταφορικά) συμβιβαστική υποχώρηση, ελαστικότητα
  2. (ναυτικός όρος) θαλασσοζημιά σε πλοίο ή φορτίο
  3. πέταμα φορτίου στη θάλασσα σε ώρα κινδύνου, αποφορτισμός
  4. οποιαδήποτε οικονομική ζημιά, ιδίως σε επιχείρηση

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία