Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Κλιτικός τύπος ουσιαστικούΕπεξεργασία

αβαρίες θηλυκό

  1. αβαρία, στην ονομαστική, την αιτιατική και την κλητική του πληθυντικού