Αγγλικά (en) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

damage (en)

  ΡήμαΕπεξεργασία

damage (en)



Γαλλικά (fr) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

damage (fr) αρσενικό

  1. το κοπάνισμα εδάφους με ειδική συσκευή (dame)