Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός
ονομαστική Σπυρίδων (και Σπυρίδωνας)
γενική Σπυρίδωνος και Σπυρίδωνα
αιτιατική Σπυρίδωνα
κλητική Σπυρίδων και Σπυρίδωνα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

Σπυρίδων < ελληνιστική κοινή Σπυρίδων

  Κύριο όνομαΕπεξεργασία

Σπυρίδων αρσενικό

Εναλλακτικές μορφέςΕπεξεργασία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία


Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

Πτώση Ενικός
Ονομαστική Σπυρίδων
Γενική Σπυρίδωνος
Δοτική Σπυρίδωνι
Αιτιατική Σπυρίδωνα
Κλητική Σπυρίδων

  Ετυμολογία Επεξεργασία

Σπυρίδων < αρχαία ελληνική σπυρίς[1]

  Κύριο όνομαΕπεξεργασία

Σπυρίδων αρσενικό

  ΑναφορέςΕπεξεργασία

  1. αυτός που κατασκευάζει σπυρίδες ή ο εύπορος, ο πλούσιος, που έχει πολύ σιτάρι ή άλλα αγαθά σε σπυρίδες