Άνοιγμα κυρίου μενού

Πίνακας περιεχομένων

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική Λάζαρος Λάζαροι
γενική Λαζάρου Λαζάρων
αιτιατική Λάζαρο Λαζάρους
κλητική Λάζαρε Λάζαροι

  Ετυμολογία Επεξεργασία

Λάζαρος < ελληνιστική κοινή Λάζαρος < εβραϊκή אלעזר (=ο θεός βοηθός) < אל (θεός) + עזר (βοηθός)

  Κύριο όνομαΕπεξεργασία

Λάζαρος αρσενικό

  1. ανδρικό όνομα
  2. (θρησκεία) όνομα φίλου του Χριστού, για τον οποίο αναφέρεται στην Αγία Γραφή ότι ο Ιησούς ανέστησε από τον τάφο
  3. (λαογραφία) το σχετικό τραγούδι που τραγουδούν μικρά κορίτσια το Σάββατο του Λαζάρου
      συνώνυμα: λαζαρικό
  4. (λαογραφία) ειδικό ψωμάκι πλασμένο σε σχήμα ανθρώπου, που φτιάχνεται το Σάββατο του Λαζάρου
      συνώνυμα: λαζαράκι, λαζαρούδι, λαζάρηδες
  5. (μεταφορικά) άνθρωπος αδύναμος, ταλαιπωρημένος και χλωμός, επειδή είναι άρρωστος ή γενικότερα κακοπαθημένος
  6. (νησί): νησίδα των Μικρών Κυκλάδων, νότια του δυτικού άκρου της Κέρου

  Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΕκφράσειςΕπεξεργασία

  • Λάζαρε, δεύρο έξω

  Πολυλεκτικοί όροιΕπεξεργασία

  Δείτε επίσης Επεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία



Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

Πτώση Ενικός
Ονομαστική Λάζαρος
Γενική Λαζάρου
Δοτική Λαζάρ
Αιτιατική Λάζαρον
Κλητική Λάζαρε

  Ετυμολογία Επεξεργασία

Λάζαρος < εβραϊκή אלעזר (=ο θεός βοηθός) < אל (θεός) + עזר (βοηθός)

  Κύριο όνομαΕπεξεργασία

Λάζαρος αρσενικό