Άνοιγμα κυρίου μενού

Πίνακας περιεχομένων

Flag of the United Kingdom.svg Αγγλικά (en) Επεξεργασία

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

short (en)

  1. κοντός, αντικείμενο με μικρό μήκος
  2. σύντομος
  3. ελλειμματικός
    the cashier came up short ten dollars on his morning shift
  4. short for: συντομευμένη μορφή μιας λέξης
    “Phone” is short for “telephone” and “PTO” is short for “please turn over”

  Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΕπίρρημαΕπεξεργασία

short (en)

  1. απότομα, γρήγορα
    they had to stop short to avoid hitting the dog in the street
  2. σύντομα
    the boss got a message and cut the meeting short
  3. χωρίς να έχει κάποιος γνώση μιας εξέλιξης
    The recent developments at work caught them short
  4. χωρίς να επιτευχθεί κάποιος στόχος
    his speech fell short of what was expected