Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

-φιλος < αρχαία ελληνική -φιλος < φίλος
για σύγχρονους όρους < λόγιο ενδογενές δάνειο: διαγλωσσική ορολογία -philo (π.χ. σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική , την (αγγλική) -phile ή -philic)

  ΕπίθημαΕπεξεργασία

-φιλος (επίθημα ονομάτων ουσιαστικών ή επιθέτων)

  1. που αγαπάει ή έχει φιλική διάθεση προς ό,τι δηλώνει το ασυνθετικό
    αρχαιόφιλος, Θεόφιλος, ζωόφιλος
     συνώνυμα: -λάτρης
  2. (ειδικότερα) που υποστηρίζει τον λαό που δηλώνει το πρώτο συνθετικό
    αγγλόφιλος, δυτικόφιλος
  3. (βοτανική) για φυτό που ευδοκιμεί όπως ή όπου δηλώνει το πρώτο συνθετικό
    υδρόφιλος
     αντώνυμα: -χαρής[1]
  4. που προτιμά ό,τι δηλώνει το πρώτο συνθετικό (με αντίθετο το -φοβος και θηλυκό ουσιαστικό σε -φιλία)
     αντώνυμα: -φοβος
  5. (ιατρική) που βρίσκεται σε παθολογική κατάσταση ή έχει εξάρτηση με ό,τι δηλώνει το πρώτο συνθετικό (όπως στο θηλυκό ουσιαστικό σε -φιλία)
    αιμόφιλος, παιδόφιλος

ΣύνθεταΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  ΑναφορέςΕπεξεργασία



Μεσαιωνικά ελληνικά (gkm)Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

-φιλος < αρχαία ελληνική -φιλος

  ΕπίθημαΕπεξεργασία

-φιλος

  1. που αγαπάει ή έχει φιλική διάθεση προς ό,τι δηλώνει το ασυνθετικό
    ἀνθρωπόφιλος, καλλόφιλος
  2. που γι' αυτόν αισθάνεται φιλικά ό,τι δηλώνεται στο α' συνθετικό
    κοσμόφιλος (που τον αγαπά όλος ο κόσμος)
  3. που είναι φίλος, με τα χαρακτηριστικά του πρώτου συνθετικού
    ἀπόφιλος (ανάξιος φίλος)

ΣύνθεταΕπεξεργασία



Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

-φιλος < φίλος

  ΕπίθημαΕπεξεργασία

-φιλος

  1. που αγαπάει ή έχει φιλική διάθεση προς ό,τι δηλώνει το ασυνθετικό
    χρυσόφιλος, παιδόφιλος
  2. που γι' αυτόν αισθάνεται φιλικά ό,τι δηλώνεται στο α' συνθετικό
    διΐφιλος (που τον αγαπά ο Δίας)

ΑντώνυμαΕπεξεργασία

ΣύνθεταΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία