Ελληνικά (el) Επεξεργασία


  Ετυμολογία Επεξεργασία

παιδόφιλος < παιδί + φίλος

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

παιδόφιλος

  1. αυτός που έλκεται σεξουαλικά από άτομα παιδικής ηλικίας, ο παιδεραστής

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία