Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο σχολαστικός η σχολαστική το σχολαστικό
      γενική του σχολαστικού της σχολαστικής του σχολαστικού
    αιτιατική τον σχολαστικό τη σχολαστική το σχολαστικό
     κλητική σχολαστικέ σχολαστική σχολαστικό
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι σχολαστικοί οι σχολαστικές τα σχολαστικά
      γενική των σχολαστικών των σχολαστικών των σχολαστικών
    αιτιατική τους σχολαστικούς τις σχολαστικές τα σχολαστικά
     κλητική σχολαστικοί σχολαστικές σχολαστικά
όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

σχολαστικός < σχολάζω

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /sxo.la.stiˈkos/ αρσενικό
ΔΦΑ : /sxo.la.stiˈci/ θηλυκό
ΔΦΑ : /sxo.la.stiˈko/ ουδέτερο

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

σχολαστικός, -ή, -ό

  1. που έχει σχέση με το θεολογικό και φιλοσοφικό τρόπο σκέψης του Μεσαίωνα, με τον οποίο επιδιωκόταν η θεμελίωση των χριστιανικών αντιλήψεων και δογμάτων στη φιλοσοφία και τη λογική, κυρίως με βάση τις πλατωνικές, νεοπλατωνικές και αριστοτελικές αρχές
  2. (μεταφορικάμειωτικό) που χαρακτηρίζεται από υπερβολική προσήλωση στις τυπικές λεπτομέρειες, εις βάρος της ουσίας
  3. που γίνεται με ιδιαίτερη προσοχή
  4. (ιδιωματικό) (παρωχημένο) (σπάνιο) ο σχολικός (ιταλισμός, βλ. ιταλικά: scolastico)
    ※  o τίτλος στην ελληνική μετάφραση, από τον Κυριακό Καπετανάκη, του βιβλίου του Αδάμ Χ. Γάσπαρη, Σχολαστική γεωγραφία διερμηνευτική του νέου μεθοδικού σχολαστικού άτλαντος (Βιέννη: Εν τη τυπογραφία του Λεοπόλδου Γρουνδ, 1808)

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

σχολαστικός αρσενικό