Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο συρφετός οι συρφετοί
      γενική του συρφετού των συρφετών
    αιτιατική τον συρφετό τους συρφετούς
     κλητική συρφετέ συρφετοί
Κατηγορία όπως «αγρός» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

συρφετός < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική συρφετός

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /siɾ.feˈtos/
τυπογραφικός συλλαβισμός: συρ‐φε‐τός

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

συρφετός αρσενικό

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία



Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική συρφετός οἱ συρφετοί
      γενική τοῦ συρφετοῦ τῶν συρφετῶν
      δοτική τῷ συρφετ τοῖς συρφετοῖς
    αιτιατική τὸν συρφετόν τοὺς συρφετούς
     κλητική ! συρφετέ συρφετοί
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  συρφετώ
γεν-δοτ τοῖν  συρφετοῖν
2η κλίση, ομάδα 'ναός', Κατηγορία όπως «ναός» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

συρφετός < (σύρω) συρ- + δασύ -φ- + -ετός[1]

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

συρφετός αρσενικό

  1. (αρχική σημασία) οτιδήποτε σέρνεται από τον άνεμο και σωρεύεται (φύλλα, φρύγανα κ.λπ.)
     συνώνυμα: σκύβαλα
  2. το προϊόν σκουπίσματος
  3. (μεταφορικά) συρφετός, ανακατεμένο πλήθος
    συρφετός δούλων (Πλάτων, Γοργίας, 489c)

  ΑναφορέςΕπεξεργασία

  1. Μπαμπινιώτης, Γεώργιος (2010). Ετυμολογικό Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας (Β' ανατύπωση. 2009: A' έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας. 

  ΠηγέςΕπεξεργασία