Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο συμβεβλημένος η συμβεβλημένη το συμβεβλημένο
      γενική του συμβεβλημένου της συμβεβλημένης του συμβεβλημένου
    αιτιατική τον συμβεβλημένο τη συμβεβλημένη το συμβεβλημένο
     κλητική συμβεβλημένε συμβεβλημένη συμβεβλημένο
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι συμβεβλημένοι οι συμβεβλημένες τα συμβεβλημένα
      γενική των συμβεβλημένων των συμβεβλημένων των συμβεβλημένων
    αιτιατική τους συμβεβλημένους τις συμβεβλημένες τα συμβεβλημένα
     κλητική συμβεβλημένοι συμβεβλημένες συμβεβλημένα
Κατηγορία όπως «αγαπημένος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

συμβεβλημένος < αρχαία ελληνική συμβεβλημένος, μετοχή παρακειμένου του ρήματος συμβάλλομαι, παθητική φωνή του ρήματος συμβάλλω

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /siɱ.ve.vliˈme.nos/
τυπογραφικός συλλαβισμός: συμ‐βε‐βλη‐μέ‐νος

  ΜετοχήΕπεξεργασία

συμβεβλημένος, -η -ο (λόγιο)

  1. (νομική) η πλευρά που έχει υπογράψει μια συμφωνία με μίαν άλλη πλευρά
    συμβεβλημένες χώρες
  2. είναι εκείνος που έχει συμφωνήσει, συμβληθεί με κάποιον μια σύμβαση ανταλλαγής υπηρεσιών/αγαθών

Άλλες μορφέςΕπεξεργασία

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

ΑντώνυμαΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

και δείτε τη λέξη συμβάλλω

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία