Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός
ονομαστική συμβεβλημένος συμβεβλημένη συμβεβλημένο
γενική συμβεβλημένου συμβεβλημένης συμβεβλημένου
αιτιατική συμβεβλημένο συμβεβλημένη συμβεβλημένο
κλητική συμβεβλημένε συμβεβλημένη συμβεβλημένο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική συμβεβλημένοι συμβεβλημένες συμβεβλημένα
γενική συμβεβλημένων συμβεβλημένων συμβεβλημένων
αιτιατική συμβεβλημένους συμβεβλημένες συμβεβλημένα
κλητική συμβεβλημένοι συμβεβλημένες συμβεβλημένα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

συμβεβλημένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος συμβάλλομαι

  ΜετοχήΕπεξεργασία

συμβεβλημένος -η -ο

  1. η πλευρά που έχει υπογράψει μια συμφωνία με μίαν άλλην
    συμβεβλημένες χώρες
  2. είναι εκείνος που έχει συμφωνήσει, συμβληθεί με κάποιον μια σύμβαση ανταλλαγής υπηρεσιών/αγαθών

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

ΑντώνυμαΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία