Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

Πτώση Ενικός Πληθυντικός
Ονομαστική βεβλημένος βεβλημένη βεβλημένον βεβλημένοι βεβλημέναι βεβλημένα
Γενική βεβλημένου βεβλημένης βεβλημένου βεβλημένων βεβλημένων βεβλημένων
Δοτική βεβλημένῳ βεβλημένῃ βεβλημένῳ βεβλημένοις βεβλημέναις βεβλημένοις
Αιτιατική βεβλημένον βεβλημένην βεβλημένον βεβλημένους βεβλημένας βεβλημένα
Κλητική βεβλημένε βεβλημένη βεβλημένον βεβλημένοι βεβλημέναι βεβλημένα
Δυικός Αρσενικό-Ουδέτερο Θηλυκό
Ονομαστική-Αιτιατική-Κλητική βεβλημένω βεβλημένα
Γενική-Δοτική βεβλημένοιν βεβλημέναιν

  ΜετοχήΕπεξεργασία

βεβλημένος, -η, -ον