Δείτε επίσης: πίλος

Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική πῖλος πίλω πῖλοι
Γενική πίλου πίλοιν πίλων
Δοτική πίλ πίλοιν πίλοις
Αιτιατική πῖλον πίλω πίλους
Κλητική πῖλε πίλω πῖλοι

  Ετυμολογία Επεξεργασία

πῖλος < ινδοευρωπαϊκή ρίζα *pil- (τρίχα) συγγενές με το λατινικά pilus

<αρχαία ελληνική πιλόω -ῶ

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

πῖλος αρσενικό

  1. μαλλί ή τρίχες κατεργασμένα σε πυκνό πίλημα
  2. μάλλινο ή τσόχινο ύφασμα
  3. μάλλινο ή τσόχινο κάλυμμα κεφαλής, σκούφος, πίλος
  4. ένδυμα ή υπόδημα από τσόχα
  5. είδος μύκητα δέντρου με σφαιρικό σχήμα
  6. μπάλα, σφαίρα