Δείτε επίσης: πῖλος

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο πίλος οι πίλοι
      γενική του πίλου των πίλων
    αιτιατική τον πίλο τους πίλους
     κλητική πίλε πίλοι
όπως «δρόμος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

πίλος < αρχαία ελληνική πῖλος

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ˈpi.lɔs/
συλλαβισμός: πί‐λος

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

πίλος αρσενικό

  1. κάλυμμα της κεφαλής (ειδικότερα εκ πιλήματος)
     συνώνυμα: καπέλο
  2. θώρακας εκ πιλήματος
  3. είδος μύκητα δέντρου εκ του οποίου προέρχεται η ύσκα

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία