Νέα ελληνικά (el)Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η πορφύρα οι πορφύρες
      γενική της πορφύρας των πορφυρών
    αιτιατική την πορφύρα τις πορφύρες
     κλητική πορφύρα πορφύρες
Κατηγορία όπως «σοφία» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

πορφύρα < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική πορφύρα[1]

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /poɾˈfi.ɾa/
τυπογραφικός συλλαβισμός: πορ‐φύ‐ρα

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

 
Όστρακο της οικογένειας Muricidae.

πορφύρα θηλυκό

  1. (ζωολογία) όστρακο που ανήκει στο γένος Murex της οικογένειας Muricidae
  2. χρωστική ουσία ανεξίτηλου βαθυκόκκινου χρώματος, που παράγεται με κατάλληλη επεξεργασία από το όστρακο που την παράγει
  3. (χρώμα) το πορφυρό
    πορφύρα (χρώμα):   
    ※  Το πορφυρό χρώμα, γνωστή ως πορφύρα από αρχαιοτάτων χρόνων σαν βασιλική βαφή, ήταν η ωραιότερη και ακριβότερη βαφή. Η πορφύρα θεωρήθηκε από την αρχή ευγενές χρώμα και σύμβολο των θεών και βασιλιάδων. Η λέξη πορφύρα είναι το συνολικό όνομα μιας ομάδας οικογενειακών κοχυλιών, ενώ η παραγωγή τους ήταν πολύ επίπονη και απαιτούνταν μεγάλος αριθμός κοχυλιών και άλλων μαλακίων που συγκεντρώνονταν σταγόνα σταγόνα. (*)
  4. (συνεκδοχικά) το ένδυμα που έχει βαφεί μ’ αυτό το χρώμα (συνήθως επίσημο βασιλικό)
  5. (συνεκδοχικά) (κατʼ επέκταση) η βασιλική ή αυτοκρατορική εξουσία
  6. (ιατρική) δερματοπάθεια κατά την οποία εμφανίζονται μικρές κοκκινωπές κηλίδες

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  ΑναφορέςΕπεξεργασία