Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το παζάρι τα παζάρια
      γενική του παζαριού των παζαριών
    αιτιατική το παζάρι τα παζάρια
     κλητική παζάρι παζάρια
όπως «τραγούδι» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

παζάρι < μεσαιωνική ελληνική παζάριον < τουρκική pazar < περσική بازار (bâzâr) < μέση περσική wʾčʾl (wāzār, αγορά)

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /paˈza.ɾi/
τυπογραφικός συλλαβισμός: πα‐ζά‐ρι

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

παζάρι ουδέτερο

  1. η υπαίθρια αγορά
    ※ Ἐκεῖνοι μᾶς μέρασαν, κι' ὁ καθένας μας πουλήθηκε στὸ παζάρι σκλάβος ἀλευτέρωτος σ' ἄλλους ἀνθρώπους. (Χρήστος Χρηστοβασίλης, Ο ξενιτεμένος)
  2. η διαπραγμάτευση για την τιμή ενός προϊόντος μεταξύ εμπόρου και αγοραστή
     συνώνυμα: παζάρεμα
    στην Ανατολή σχεδόν επιβάλλονται τα παζάρια

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΕκφράσειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία