Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το σκλαβοπάζαρο τα σκλαβοπάζαρα
      γενική του σκλαβοπάζαρου των σκλαβοπάζαρων
    αιτιατική το σκλαβοπάζαρο τα σκλαβοπάζαρα
     κλητική σκλαβοπάζαρο σκλαβοπάζαρα
Κατηγορία όπως «σίδερο» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

σκλαβοπάζαρο < σκλάβ(ος) + -ο- + παζάρ(ι) + -ο

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

σκλαβοπάζαρο ουδέτερο

  • (κυριολεκτικά) (μεταφορικά) αγορά όπου πωλούνται και αγοράζονται σκλάβοι
    • ※  Έβλεπα άλλους σκλάβους πάνω στη σανίδα του σκλαβοπάζαρου, γυμνούς από τη μέση και πάνω για να τους επιθεωρήσουν οι πιθανοί αγοραστές τους. Δίπλα τους στέκονταν οι γυναίκες τους και τα παιδιά τους, που κλαίγοντας παρακαλούσαν τους δουλέμπορους να μην τους χωρίσουνε, αλλά να τους πάρουν κι αυτους μαζί με τον πατέρα τους. Αλλά τα παρακάλια τους δεν τα άκουγε ποτέ κανείς. (*)
    • ※  Το ΚΕΠΕ, με την πρότασή του για την κατάργηση του ήδη μειωμένου από το 2012 κατά 32% κατώτερου εγγυημένου μισθού για τους νέους εργαζόμενους, παίζει ουσιαστικά το ρόλο του λαγού της κυβέρνησης και της τρόικας, που προωθούν τη μετατροπή της εργασίας των νέων σε σύγχρονο σκλαβοπάζαρο. (*)

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία