Άνοιγμα κυρίου μενού

Πίνακας περιεχομένων

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική νούμερο νούμερα
γενική νούμερου νούμερων
αιτιατική νούμερο νούμερα
κλητική νούμερο νούμερα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

νούμερο < μεσαιωνική ελληνική νούμερον < λατινική numerus ή ιταλική numero

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

νούμερο ουδέτερο

  1. αριθμός
    μου έδωσε λάθος νούμερο τηλεφώνου και τώρα δεν τον βρίσκω
    μόλις που πρόλαβα να πάρω το νούμερο του αυτοκινήτου που με τράκαρε
  2. (για αντικείμενα) συγκεκριμένος αριθμός που χαρακτηρίζει το μέγεθος σύμφωνα με τα αντίστοιχα πρότυπα
    δεν μπορεί να βρει παπούτσια στο νούμερό της γιατί είναι μικρό και υπάρχουν μόνο παιδικά
  3. κάθε ξεχωριστή σκηνή ή παράσταση ή αυτοτελές θέαμα σε επιθεώρηση ή άλλου είδους χώρο διασκέδασης που παρουσιάζει ζωντανά θεάματα
    • (συνεκδοχικά) (περιληπτικό) το σύνολο των ηθοποιών που χρησιμοποιούνται στην αντίστοιχη παράσταση
    • (κατ’ επέκταση) (μεταφορικά) γελοίος ή κωμικός, πλακατζής
      μα τι νούμερο που είναι η πεθερά σου;
      μετά ήρθε ο Πέτρος που είναι μεγάλο νούμερο και ξεφύγαμε λίγο από τις σκοτούρες

  ΣημειώσειςΕπεξεργασία

  • όταν το μέγεθος χαρακτηρίζεται με γράμματα και όχι αριθμό τότε χρησιμοποιούμε τη λέξη: μέγεθος

  ΕκφράσειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία