Εσπεράντο (eo)Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

numero < numer + -o

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική numero numeroj
αιτιατική numeron numerojn

numero (eo)

  1. το νούμερο, ο αριθμός
  2. (κατ' επέκταση) το τεύχος
    la tria numero de la informletero - το τρίτο τεύχος της επιστολής πληροφόρησης


Ιταλικά (it) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

numero (it)


Φινλανδικά (fi) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

numero (fi)