Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η κόνξα οι κόνξες
      γενική της κόνξας
    αιτιατική την κόνξα τις κόνξες
     κλητική κόνξα κόνξες
Η γενική πληθυντικού σε -ών δεν συνηθίζεται.
Κατηγορία όπως «πείνα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

κόνξα < (άμεσο δάνειο) αγγλική conk, γ΄ ενικό: conks[1] όπως χρησιμοποιείται και στην περίφραση conk out (παθαίνω βλάβη)

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

κόνξα θηλυκό (συνήθως στον πληθυντικό)

  1. καπρίτσιο, νούμερο, πείσμα
    μου κάνει κόνξες επειδή δεν την πήρα τηλέφωνο
  2. πράξη ή συμπεριφορά αντίδρασης

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  ΑναφορέςΕπεξεργασία