Ελληνικά (el) Επεξεργασία


↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το κεραμίδι τα κεραμίδια
      γενική του κεραμιδιού των κεραμιδιών
    αιτιατική το κεραμίδι τα κεραμίδια
     κλητική κεραμίδι κεραμίδια
όπως «τραγούδι» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

κεραμίδι < κεραμίδα (μεγεθυντικό) και κεραμίδιον (υποκοριστικό) < κεραμίς (γενική κεραμίδος) <κέραμος

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /cɛ.ɾa.ˈmi.ði/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

 
Αρχαία ελληνικά κεραμίδια (1)

κεραμίδι ουδέτερο

  1. μικρό, λεπτό και καμπύλο ή επίπεδο πήλινο προϊόν που χρησιμοποιείται για την επικάλυψη της στέγης των οικοδομών - τα κεραμίδια
  2. (μεταφορικά) η στέγαση, η εξασφάλιση
    βάλε ένα κεραμίδι πάνω από το κεφάλι σου
  3. (παρωχημένο) το γείσο του πηλίκιου
  4. ονομασία κοινοτήτων σε διάφορες περιοχές της Ελλάδας, όπως το Κεραμίδι Πηλίου, το Παλιό Κεραμίδι Πιερίας, το Κεραμίδι Τρικάλων και το Κεραμίδι Χαλκιδικής

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΣύνθεταΕπεξεργασία

ΥποκοριστικάΕπεξεργασία

ΜεγεθυντικάΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία