Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το κατηγόρημα τα κατηγορήματα
      γενική του κατηγορήματος των κατηγορημάτων
    αιτιατική το κατηγόρημα τα κατηγορήματα
     κλητική κατηγόρημα κατηγορήματα
Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

κατηγόρημα < → λείπει η ετυμολογία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

κατηγόρημα ουδέτερο

  1. (γλωσσολογία) (λογική) η απλή μορφή της ρηματικής φράσης, το μέρος της πρότασης που αποτελείται είτε από μόνο το ρήμα είτε από το ρήμα και το αντικείμενο ή το κατηγορούμενο[1]
    Ο Γιώργος είναι πονηρός - Το κατηγόρημα αποτελείται από τις λέξεις είναι πονηρός
    Ο Νίκος έστειλε ένα γράμμα στον αδελφό του - Το κατηγόρημα αποτελείται από τις λέξεις έστειλε ένα γράμμα στον αδελφό του
  2. (λογική, πληροφορική) μία συνάρτηση ή έκφραση που επιστρέφει την τιμή "αληθές" ή "ψευδές"
     συνώνυμα: λογική έκφραση
 
Στην εντολή UPDATE της SQL το κατηγόρημα (predicate) "name = 'USA'" μπορεί να είναι «αληθές» ή «ψευδές». Παρεμπιπτόντως, το "population = population + 1" δεν είναι κατηγόρημα αλλά εντολή ανάθεσης (assignment), που εκτελείται όταν το κατηγόρημα είναι «αληθές»

ΣημειώσειςΕπεξεργασία

Σε κάποια λεξικά (όπως το ΛΚΝ) ο ορισμός του κατηγορήματος είναι στενότερος και δεν περιλαμβάνει το συνδυασμό ρήμα + αντικείμενο. Εδώ ο ορισμός έχει δοθεί σύμφωνα με το Λεξικό Μπαμπινιώτη και το σχολικό βιβλίο Νεοελληνική Γλώσσα - Για το Γυμνάσιο, Αναθεωρημένη Έκδοση, Τεύχος Α', ΟΕΔΒ 2001, σελ. 94.

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  ΑναφορέςΕπεξεργασία

  1. «Λογική θεωρία και πράξη Γ' Λυκείου», σελ. 108. πρόσβαση:26/09/2019