Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο γεφυροποιός οι γεφυροποιοί
      γενική του γεφυροποιού των γεφυροποιών
    αιτιατική τον γεφυροποιό τους γεφυροποιούς
     κλητική γεφυροποιέ γεφυροποιοί
Κατηγορία όπως «αγρός» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

γεφυροποιός < ελληνιστική κοινή γεφυροποιός < αρχαία ελληνική γέφυρα + -ποιός

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

γεφυροποιός αρσενικό

  1. (κυριολεκτικά) αυτός (αρχιτέκτονας, μηχανικός, τεχνίτης κ.λπ.) που κατασκευάζει γέφυρες
     συνώνυμα: (λαϊκότροπο) γεφυράς, γεφυρωτής, (παρωχημένο) κιοπρουλής
  2. (μεταφορικά) αυτός που αποπειράται να συμβιβάσει δύο ή περισσότερες πλευρές που διαφωνούν μεταξύ τους, και να τους φέρει σε επαφή και επικοινωνία
     συνώνυμα: γεφυρωτής, συμφιλιωτής, ειρηνοποιός, διαμεσολαβητής
     αντώνυμα: διασπαστής

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία



Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική γεφυροποιός οἱ γεφυροποιοί
      γενική τοῦ γεφυροποιοῦ τῶν γεφυροποιῶν
      δοτική τῷ γεφυροποι τοῖς γεφυροποιοῖς
    αιτιατική τὸν γεφυροποιόν τοὺς γεφυροποιούς
     κλητική ! γεφυροποιέ γεφυροποιοί
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  γεφυροποιώ
γεν-δοτ τοῖν  γεφυροποιοῖν
2η κλίση όπως «ναός» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

γεφυροποιός < γέφυρα + -ποιός

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

γεφυροποιός αρσενικό

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία