Άνοιγμα κυρίου μενού

Πίνακας περιεχομένων

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική αρχαιολογία αρχαιολογίες
γενική αρχαιολογίας αρχαιολογιών
αιτιατική αρχαιολογία αρχαιολογίες
κλητική αρχαιολογία αρχαιολογίες

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αρχαιολογία < αρχαιο- + -λογία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

αρχαιολογία θηλυκό

  1. Η επιστήμη που ερευνεί καθετί σχετικό με τα αρχαία μνημεία

αυτήν την περίοδο σπουδάζω αρχαιολογία

2. (μτφ.) Πράγμα πολύ παλιό ή πρόσωπο πολύ προχωρημένης ηλικίας, με απαρχαιωμένες αντιλήψεις

  Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία