Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο αρχαιολογικός η αρχαιολογική το αρχαιολογικό
      γενική του αρχαιολογικού της αρχαιολογικής του αρχαιολογικού
    αιτιατική τον αρχαιολογικό την αρχαιολογική το αρχαιολογικό
     κλητική αρχαιολογικέ αρχαιολογική αρχαιολογικό
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι αρχαιολογικοί οι αρχαιολογικές τα αρχαιολογικά
      γενική των αρχαιολογικών των αρχαιολογικών των αρχαιολογικών
    αιτιατική τους αρχαιολογικούς τις αρχαιολογικές τα αρχαιολογικά
     κλητική αρχαιολογικοί αρχαιολογικές αρχαιολογικά
όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αρχαιολογικός < αρχαιολογ(ία) + -ικός

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

αρχαιολογικός

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία