Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ακατάδεχτος < α- στερητικό + καταδέχομαι + -τος

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

ακατάδεχτος, -η, -ο και ακατάδεκτος αρσενικό

  1. που δεν καταδέχεται όποιους θεωρεί κατώτερούς του, υπερόπτης
  2. που δεν δέχεται εύκολα να φιλοξενηθεί ή γενικότερα να εξυπηρετηθεί από άλλους


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία