Ελληνικά (el) Επεξεργασία


πτώση ενικός
ονομαστική καταδεκτικός καταδεκτική καταδεκτικό
γενική καταδεκτικού καταδεκτικής καταδεκτικού
αιτιατική καταδεκτικό καταδεκτική καταδεκτικό
κλητική καταδεκτικέ καταδεκτική καταδεκτικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική καταδεκτικοί καταδεκτικές καταδεκτικά
γενική καταδεκτικών καταδεκτικών καταδεκτικών
αιτιατική καταδεκτικούς καταδεκτικές καταδεκτικά
κλητική καταδεκτικοί καταδεκτικές καταδεκτικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

καταδεκτικός < καταδέχομαι

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

καταδεκτικός

  1. που καταδέχεται ή αποδέχεται άλλους

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

ΑντώνυμαΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία