Αγγλικά (en)Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

      ενικός         πληθυντικός  
head heads
 
8. Κεφαλές ανάγνωσης/εγγραφής σε μονάδα σκληρού δίσκου

head (en)

  1. (ανατομία) το κεφάλι
    I hit him on the head.
    Τον χτύπησα στο κεφάλι.
  2. το πάνω, το κεφάλι
    at the head of the page - στο πάνω της σελίδας
    at the head of the table - στο κεφάλι του τραπεζιού
     συνώνυμα: top
  3. το κεφάλι, μέτρο σύγκρισης ύψους
    He is a head taller.
    Είναι ένα κεφάλι ψηλότερος.
  4. (ενικός) το κεφάλι, αριθμός ζώων σε κοπάδια
    fifty head of cattle - πενήντα κεφάλια ζώα
  5. το κεφάλι, ο καθένας, αριθμός ανθρώπων σε συνεστίαση
    The meal will cost you £5 a head.
    Το γεύμα θα σας κοστίσει πέντε λίρες το κεφάλι.
  6. το κεφάλι, ο εγκέφαλος, η πνευματική κατάσταση, η σκέψη
    My head has gone blank.
    Το κεφάλι μου είναι άδειο.
     συνώνυμα: mind
  7. η κεφαλή
    the head of the church/the family/the state - η κεφαλή της εκκλησίας/της οικογένειας/του κράτους
     συνώνυμα: → δείτε τη λέξη leader
  8. (υλικό υπολογιστή) η κεφαλή
    a tape recorder head - κεφαλή μαγνητοφώνου
  9. το κεφάλι, κάτι στρογγυλό
    the head of a nail/a pin - το κεφάλι ενός καρφιού/μιας καρφίτσας

  ΡήμαΕπεξεργασία

ενεστώτας head
γ΄ ενικό ενεστώτα heads
αόριστος headed
παθητική μετοχή headed
ενεργητική μετοχή heading

head (en)

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

Πολυλεκτικοί όροιΕπεξεργασία

ΕκφράσειςΕπεξεργασία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  • head στην αγγλική Βικιπαίδεια  

  ΠηγέςΕπεξεργασία

  • Stavropoulos, D N (2008). Stavropoulos, G N. ed. Oxford Greek-English Learner's Dictionary (Revised έκδοση). Oxford: Oxford University Press. σελ. 315, 445-446, 468. ISBN 9780194325684. , λήμμα: (ε)πάνω, κεφαλή, κεφάλι, κορυφή