Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ψήφισμα ψηφίσματα
γενική ψηφίσματος ψηφισμάτων
αιτιατική ψήφισμα ψηφίσματα
κλητική ψήφισμα ψηφίσματα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ψήφισμα < αρχαία ελληνική ψήφισμα < ψηφίζω

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ψήφισμα ουδέτερο

  1. απόφαση που συνήθως διατυπώνεται σε κείμενο με το οποίο εκφράζεται η άποψη ενός συλλογικού σώματος ή μιας συγκέντρωσης πολιτών για ένα συγκεκριμένο ζήτημα, η διαμαρτυρία εκείνων που εκδίδουν τη σχετική απόφαση για κάτι ή η διατύπωση ενός αιτήματος -πάλι από ομάδα ατόμων

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία



Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ψήφισμα < → λείπει η ετυμολογία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ψήφισμα ουδέτερο

  1. πρόταση, που έχει επικυρωθεί και νομιμοποιηθεί με ψηφοφορία από την εκκλησία του δήμου

ΕκφράσειςΕπεξεργασία

  • ψήφισμα γράφω: εισάγω πρόταση για ψηφοφορία
  • ψήφισμα ἐπιψηφίζω: (για προέδρους) βάζω σε ψηφοφορία
  • ψήφισμα νικῶ: πετυχαίνω επιψήφιση
  • ψήφισμα καθαιρῶ: καταργώ ψήφισμα