Arrows blue.png Δείτε επίσης : resolution, Résolution

Γαλλικά (fr) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

résolution < resolucion < λατινική resolutio

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ʁe.zɔ.ly.sjɔ̃/
résolution 

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ενικός πληθυντικός
résolution résolutions

résolution (fr) θηλυκό

  1. η λύση, η επίλυση (ενός προβλήματος)
    la résolution d'une équation
    η λύση μιας εξίσωσης
  2. ψήφισμα, απόφαση
    l'ONU a voté une résolution
    ο ΟΗΕ έβγαλε (ψήφισε) μια απόφαση
  3. ευκρίνεια, ανάλυση
    la résolution de l'écran est de 1024x768
    η ανάλυση της οθόνης είναι 1024x768
  4. η αποφασιστικότητα, το να είναι κάποιος αποφασιστικός
    il a de la résolution
    είναι αποφασιστικός
  5. η απόφαση
    il est plein de résolutions pour l'année à venir
    είναι γεμάτος αποφάσεις για το ερχόμενο έτος

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία