Ελληνικά (el) Επεξεργασία


↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η επίλυση οι επιλύσεις
      γενική της επίλυσης
& επιλύσεως
των επιλύσεων
    αιτιατική την επίλυση τις επιλύσεις
     κλητική επίλυση επιλύσεις
Παράρτημα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

επίλυση < → λείπει η ετυμολογία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

επίλυση θηλυκό

  1. η εύρεση λύσης σε ένα πρόβλημα


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία