Δείτε επίσης: Κατηγορία:Χερσόνησοι

Ελληνικά (el)Επεξεργασία

 
η χερσόνησος Άβαλον στον Καναδά από δορυφορική λήψη

  Ετυμολογία Επεξεργασία

χερσόνησος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική χερσόνησος

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

χερσόνησος θηλυκό

  • (γεωγραφία) τμήμα ξηράς, μικρής ή μεγάλης έκτασης, που εισχωρεί μέσα στη θάλασσα με συνέπεια να βρέχεται απ΄ αυτή από τρεις πλευρές

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία



Αρχαία ελληνικά (grc)Επεξεργασία

→ λείπει η κλίση

  Ετυμολογία Επεξεργασία

χερσόνησος < χέρσ(ος) + -ό- + νῆσος

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

χερσόνησος θηλυκό

  1. (γεωγραφία) η χερσόνησος, το προεξέχον στη θάλασσα τμήμα στεριάς, που θα ήταν παρά λίγο νήσος, κάτι ανάμεσα σε στεριά και νησί
  2. (γεωγραφία) νησί που συνδέεται με γέφυρα με τη στεριά

Άλλες μορφέςΕπεξεργασία

  Κύριο όνομαΕπεξεργασία

Χερσόνησος θηλυκό

Παράγωγες λέξειςΕπεξεργασία

  • Χερσονήσιος (ο καταγόμενος ή προερχόμενος από τη θρακική χερσόνησο)

  ΠηγέςΕπεξεργασία