Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

χερσόνησος < αρχαία ελληνική χερσόνησος

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

χερσόνησος θηλυκό

  1. (γεωγραφία) τμήμα ξηράς, μικρής ή μεγάλης έκτασης, που εισχωρεί μέσα στη θάλασσα με συνέπεια να βρέχεται απ΄ αυτή από τρεις πλευρές


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία



Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

χερσόνησος < χέρσος + νῆσος


  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

χερσόνησος θηλυκό

  1. η χερσόνησος, το προεξέχον στη θάλασσα τμήμα στεριάς, που θα ήταν παρά λίγο νήσος, κάτι ανάμεσα σε στεριά και νησί
  2. νησί που συνδέεται με γέφυρα με τη στεριά


  Εναλλακτικές μορφές Επεξεργασία

  Κύριο όνομαΕπεξεργασία

Χερσόνησος θηλυκό

  1. χωρίς διευκρινίσεις και επεξηγήσεις, όταν έλεγαν Χερσόνησο, εννοούσαν κατά κύριο λόγο την χερσόνησο της Θράκης στον Ελλήσποντο και Χερσονήσιος απεκαλείτο ο καταγόμενος ή προερχόμενος απ΄την θρακική χερσόνησο