Δείτε επίσης: presqu'ile

Γαλλικά (fr) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ενικός πληθυντικός
presqu'île presqu'îles

presqu'île (fr) θηλυκό

  1. η χερσόνησος
  2. (παραδοσιακή ορθογραφία) το τμήμα ξηράς που μπορεί να θεωρηθεί ως νησί, το οποίο συνδέεται με τη στεριά με μια στενή λωρίδα γης που ονομάζεται ισθμός

Άλλες γραφέςΕπεξεργασία