Ελληνικά (el) Επεξεργασία

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η τάβλα οι τάβλες
      γενική της τάβλας των ταβλών
    αιτιατική την τάβλα τις τάβλες
     κλητική τάβλα τάβλες
Παράρτημα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

τάβλα < ελληνιστική κοινή τάβλα < λατινική tabula

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ˈta.vla/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

τάβλα θηλυκό

  1. σανίδα (σχετικά χοντρή)
  2. (ιδιωματικό) (παρωχημένο) τραπέζι (σχετικά χαμηλό και στενόμακρο)

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

Πολυλεκτικοί όροιΕπεξεργασία

  ΕπίρρημαΕπεξεργασία

τάβλα

ΕκφράσειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία