Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία


πτώση ενικός
ονομαστική συμποτικός συμποτική συμποτικό
γενική συμποτικού συμποτικής συμποτικού
αιτιατική συμποτικό συμποτική συμποτικό
κλητική συμποτικέ συμποτική συμποτικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική συμποτικοί συμποτικές συμποτικά
γενική συμποτικών συμποτικών συμποτικών
αιτιατική συμποτικούς συμποτικές συμποτικά
κλητική συμποτικοί συμποτικές συμποτικά


  Ετυμολογία Επεξεργασία

συμποτικός < → λείπει η ετυμολογία

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

συμποτικός

  1. → λείπει ο ορισμός (ή οι ορισμοί)


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία