Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική σκνίπα σκνίπες
γενική σκνίπας σκνιπών
αιτιατική σκνίπα σκνίπες
κλητική σκνίπα σκνίπες

  Ετυμολογία Επεξεργασία

σκνίπα < αρχαία ελληνική σκνίψ

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

σκνίπα θηλυκό

  1. είδος εντόμου
  2. (οικείο) μεθυσμένος

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία