Αρχαία ελληνικά (grc)Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
σκνῑπ-
ονομαστική σκνίψ οἱ σκνῖπες
      γενική τοῦ σκνιπός τῶν σκνιπῶν
      δοτική τῷ σκνιπῐ́ τοῖς σκνιψῐ́(ν)
    αιτιατική τὸν σκνῖπ τοὺς σκνῖπᾰς
     κλητική ! σκνίψ σκνῖπες
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  σκνῖπε
γεν-δοτ τοῖν  σκνιποῖν
Το δίχρονο φωνήεν της παραλήγουσας είναι μακρό.
Και πληθυντικός σκνῖφες.
3η κλίση, Κατηγορία 'γύψ' όπως «γύψ» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

σκνίψ < λείπει η ετυμολογία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

σκνίψ, σκνιπός [ῑ] αρσενικό

  ΠηγέςΕπεξεργασία