Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός
ονομαστική προπετής προπετής προπετές
γενική προπετούς προπετούς προπετούς
αιτιατική προπετή προπετή προπετές
κλητική προπετή(ής) προπετής προπετές
πτώση πληθυντικός
ονομαστική προπετείς προπετείς προπετή
γενική προπετών προπετών προπετών
αιτιατική προπετείς προπετείς προπετή
κλητική προπετείς προπετείς προπετή

  Ετυμολογία Επεξεργασία

προπετής < αρχαία ελληνική προπετής

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

προπετής, -ής, -ές

  1. φλύαρος και βιαστικός
  2. αναιδής, θρασύς, ιταμός
  3. βιαστικός, απερίσκεπτος

Άλλες μορφέςΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία



Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

Πτώση Ενικός Πληθυντικός
Ονομαστική ὁ, ἡ προπετής τὸ προπετές οἱ, αἱ προπετεῖς τὰ προπετ
Γενική τοῦ, τῆς προπετοῦς τοῦ προπετοῦς τῶν προπετῶν τῶν προπετῶν
Δοτική τῷ, τῇ προπετεῖ τῷ προπετεῖ τοῖς, ταῖς προπετέσι(ν) τοῖς προπετέσι(ν)
Αιτιατική τὸν, τὴν προπετ τὸ προπετές τοὺς, τὰς προπετεῖς τὰ προπετ
Κλητική προπετές προπετές προπετεῖς προπετ
Πτώσεις Δυικός
Ονομαστική-Αιτιατική-Κλητική προπετεῖ
Γενική-Δοτική προπετοῖν

  Ετυμολογία Επεξεργασία

προπετής < προ- + πίπτω

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

προπετής

  1. που κλίνει (δηλαδή που γέρνει, που πέφτει) προς τα εμπρός
  2. (μεταφορικά) αυτός που αγγίζει κάτι «πέφτοντας»
  3. (μεταφορικά) επιρρεπής σε κάτι
  4. (μεταφορικά) που ενεργεί απερίσκεπτα
  5. (μεταφορικά) αυθάδης
  6. (μεταφορικά) (για κλήρο) που εμφανίστηκε απροσδόκητα