Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο βιαστικός η βιαστική το βιαστικό
      γενική του βιαστικού της βιαστικής του βιαστικού
    αιτιατική τον βιαστικό τη βιαστική το βιαστικό
     κλητική βιαστικέ βιαστική βιαστικό
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι βιαστικοί οι βιαστικές τα βιαστικά
      γενική των βιαστικών των βιαστικών των βιαστικών
    αιτιατική τους βιαστικούς τις βιαστικές τα βιαστικά
     κλητική βιαστικοί βιαστικές βιαστικά
Κατηγορία όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

βιαστικός < βιασ- (< βιάζω) + -τικός

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /vʝa.stiˈkos/
τυπογραφικός συλλαβισμός: βια‐στι‐κός

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

βιαστικός, -ή, -ό

  1. (για ανθρώπους) που βιάζεται, που σπεύδει, που δεν έχει πολύ χρόνο μπροστά του διαθέσιμο για να κάνει κάτι
    φεύγω τώρα, είμαι πολύ βιαστικός
  2. (για ενέργειες ή αποτελέσματα ενεργειών) γρήγορος
    έριξε μια βιαστική ματιά στο κείμενο πριν το παραδώσει
  3. που έγινε με βιασύνη και επομένως δεν είναι πολύ επιμελημένος ή προσεγμένος στις λεπτομέρειες ή στην εκτέλεση
     συνώνυμα: επιπόλαιος, πρόχειρος

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία