Ελληνικά (el) Επεξεργασία

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η προπέτεια οι προπέτειες
      γενική της προπέτειας των προπετειών
    αιτιατική την προπέτεια τις προπέτειες
     κλητική προπέτεια προπέτειες
Παράρτημα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

προπέτεια < αρχαία ελληνική προπέτεια < προπετής < προπίπτω < πρό + πίπτω

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

προπέτεια θηλυκό

  1. (λόγιο) το να είναι κάποιος προπετής, να έχει συμπεριφορά που χαρακτηρίζεται από λόγο αυθάδη, χωρίς προηγούμενη σκέψη
     συνώνυμα: αδολεσχία, απερισκεψία, αυθάδεια, θρασύτητα
    αντώνυμα: περίσκεψη, σωφροσύνη
    Σὲ ἐρωτῶ λοιπὸν ἄνευ τῆς παραμικρᾶς προπετείας ἂν θὰ ἐδίσταζες νὰ βἀλεις τὴν ὑπογραφή σου. (Ν. Δ. Τριανταφυλλόπουλος, Τὸ βαθὺ πηγάδι ἢ ἐκρήξεις συναφῶν φωτοβολίδων, Ἀθήνα 1989)
  2. (ανατομία) προεξοχή του προσώπου ή σε κάποιο μέρος του κρανίου
    προπέτεια της γνάθου

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία