Arrows blue.png Δείτε επίσης: ίταμος, ἰταμός, ιταμώς, ἰταμῶς

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός
ονομαστική ιταμός ιταμή ιταμό
γενική ιταμού ιταμής ιταμού
αιτιατική ιταμό ιταμή ιταμό
κλητική ιταμέ ιταμή ιταμό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική ιταμοί ιταμές ιταμά
γενική ιταμών ιταμών ιταμών
αιτιατική ιταμούς ιταμές ιταμά
κλητική ιταμοί ιταμές ιταμά


  Ετυμολογία Επεξεργασία

ιταμός < αρχαία ελληνική ἰταμός < εἶμι < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *h₁ey-

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /i.ta.ˈmɔs/

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

ιταμός, -ή, -ό

  • που δείχνει προκλητική αναίδεια και περιφρόνηση για άλλες απόψεις
    «Οι πωρωμένοι θα συνεχίσουν να ανδραγαθούν. Και σαν οπαδοί της θρησκείας της βίας, δεν θα πάψουν να περηφανεύονται για την ιταμή τους δράση [...]» (Π. Μπουκάλας, "Η «στερνή γνώση» δεν είναι άλλοθι". Εφημ. Η Καθημερινή, 24 Σεπτ. 2013)

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία