Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός
ονομαστική θρασύς θρασεία θρασύ
γενική θρασύ
θρασέος
θρασείας θρασέος
θρασύ
αιτιατική θρασύ θρασεία θρασύ
κλητική θρασύ θρασεία θρασύ
πτώση πληθυντικός
ονομαστική θρασείς θρασείες θρασέα
γενική θρασέων θρασειών θρασέων
αιτιατική θρασείς θρασείες θρασέα
κλητική θρασείς θρασείες θρασέα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

θρασύς < αρχαία ελληνική θρασύς < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *dʰers- < *dʰer- (υποστηρίζω, κρατώ)

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /θɾa.ˈsis/

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

θρασύς

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία